Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

Το ντάμι


Για το καλωσόρισμα της καινούριας χρονιάς ένα διήγημά μου, το οποίο δημοσιεύτηκε στην Κινστέρνα (Περιοδικό Λόγου και Τέχνης που εκδίδει η Εταιρεία Μελέτης της Καθ’ Ημάς Ανατολής) τεύχος 24, Δεκέμβριος 2014, σ. 88-98.

Ντάμια, έλεγαν στην Ίμβρο τις μικρές αγροικίες στις εξοχές, όπου μετακόμιζαν το καλοκαίρι για να βρίσκονται κοντά στις αγροτικές εργασίες τους (θέρισμα, αλώνισμα,  κλπ.)
Στο πλαίσιο του προγράμματος διάλυσης (eritme programı)  του ελληνικού πληθυσμού της Ίμβρου που  εφάρμοσε η τουρκική κυβέρνηση (δεκαετίες ‘60 –‘70 κυρίως) πολλές αγροτικές εκτάσεις και βοσκοτόπια απαλλοτριώθηκαν. Έτσι τα ντάμια ερήμωσαν και ρήμαξαν είτε επειδή βρέθηκαν μέσα στην έκταση που πήρε το κράτος, είτε επειδή οι κάτοικοι, τρομαγμένοι από τις πιέσεις και την όλη κατάσταση  στο νησί  εγκατέλειψαν τις περιουσίες τους και αναζήτησαν αλλού την τύχη τους.

Ιδού το διήγημα, το οποίο αφιερώνω στην Μ.

Το ντάμι

«Σταμάτα εδώ», μου φώναξε η γυναίκα μου κι η φωνή της ακούστηκε παράξενη με μια στριγκή χροιά.
Από χτες που αποφασίσαμε αυτή την εκδρομή έχει έναν εκνευρισμό, άλλο πράμα. Δεν την έπαιρνε ο ύπνος και το στριφογύρισμά της στο παλιό κρεβάτι των γονιών της με το γουβιασμένο στρώμα με ξύπνησε αρκετές φορές.
Και σήμερα, σε δυο σημεία μου φώναξε να σταματήσω στην άκρη του δρόμου, μα όπως αποδείχτηκε έκανε λάθος.
Τώρα, κατέβηκε απ’ τ΄ αμάξι, έτρεξε μπροστά   και φαίνεται πως βρήκε το δρόμο γιατί μας έγνεψε. Οδήγησα άκρη άκρη στο δρόμο, έσβησα τη μηχανή και τράβηξα χειρόφρενο. Τοποθέτησα το σκίαστρο στο παρμπρίζ για να μη μου ψηθεί το αυτοκίνητο μες τον ήλιο όλη μέρα. Έβγαλα απ’ το πορτμπαγκάζ την τσάντα με το θερμός και τα τάπερ και προχώρησα φορτωμένος. Η υπόλοιπη παρέα, ο Γιαβούζ, η Αντωνία κι ο Σταύρος,  φορτώθηκαν τα δικά τους πράγματα και μ’ ακολούθησαν.
Εκείνη είχε ήδη εξαφανιστεί. Δεξιά, είδαμε ένα άνοιγμα, όχι δρόμος, μα ένα στενό μονοπάτι και μόλις στρίψαμε είδαμε τη λευκή πουκαμίσα της ανάμεσα στα πανύψηλα βάτα.
«Ε, περίμενε», της φώναξα.
Ο Σταύρος σταμάτησε για να φωτογραφίσει την παρέα.
Το μονοπάτι προχωρούσε ανάμεσα σε βάτα και γαϊδουράγκαθα. Που και που κανένα δέντρο έριχνε τη σκιά του, αλλά ο ήλιος είχε φτάσει ήδη ψηλά και τα τζιτζίκια σε τρέλαιναν με το δοξαστικό τους.

Είχα μάθει για το ντάμι, πολύ νωρίς. Μόλις τη γνώρισα. Μου μιλούσε συχνά για την πατρίδα της με τα μάτια της να λάμπουν.
«Είχαμε κι ένα ντάμι, όπου πηγαίναμε τα καλοκαίρια»,έλεγε κι η φωνή της άλλαζε, βάθαινε, όταν το ανέφερε. Και τότε έμαθα τι είναι το ντάμι.
Όταν με πήγε στους γονείς της μου δείξανε και φωτογραφία. Μια μικρή, ασπρόμαυρη.  Έδειχνε ένα χαμηλό πέτρινο κτίσμα κι απέξω καθισμένοι σ’ ένα πεζούλι ήταν τα πεθερικά μου – νέοι τότε – μαζί με άλλους δυο, όλοι με πλατιά χαμόγελα ικανοποίησης. Ένα μεγάλο δέντρο έριχνε τη σκιά του στο σπιτάκι.
Δεν μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, αλλά εκείνοι μιλούσαν με μια έξαψη κι έναν ενθουσιασμό για το «εξοχικό» τους, ώστε βρήκα μερικά ευγενικά λόγια να ψελλίσω. Ήθελα να κάνω καλή εντύπωση.

Η διαδρομή δεν είναι ευχάριστη. Το μονοπάτι σε ορισμένα σημεία δεν υπάρχει, έχει χαθεί κι απορώ πώς η γυναίκα μου βρίσκει το δρόμο. Αλλά φαίνεται ν’ ακολουθεί με τη μύτη, σαν κυνηγόσκυλο, κάποια παμπάλαια ίχνη, που μόνο εκείνη μπορεί ν’ ανακαλύψει.
Η ζέστη μας πλάκωνε ανελέητη κι ο Γιαβούζ, ο οποίος είχε ξεκινήσει με τραγούδια, ξεφυσούσε τώρα λαχανιασμένος. Η γυναίκα μου πηδούσε σαν αγριοκάτσικο και μας έβαζε πότε πότε καμιά φωνή για να μας προειδοποιήσει για κάποιο εμπόδιο ή να μας υποδείξει ένα πιο εύκολο πέρασμα, ενώ η φίλη της μάταια προσπαθούσε να την προλάβει αγκομαχώντας.
Μόνο ο Σταύρος έδειχνε ακούραστος και τραβούσε απτόητος τις φωτογραφίες του. Είχε μείνει αρκετά πίσω και προσπαθούσα να μένω στη μέση – ένας σύνδεσμος – ανάμεσα σ’ εκείνον και την υπόλοιπη παρέα.
Πάντως, αν δεν ήμουν ερωτευμένος με τη γυναίκα μου, όλη αυτή την πορεία στο κακοτράχαλο μονοπάτι, σαν περιπλάνηση στο Φαρ Ουέστ θα την έβλεπα και  θα τη θεωρούσα μεγάλη ταλαιπωρία.
Και τότε, ξαφνικά, το κλίμα άλλαξε. Σε μια στροφή του μονοπατιού, ένα δροσερό αεράκι φύσηξε στα ιδρωμένα μούτρα μας και βρεθήκαμε ν’ αγναντεύουμε, μέσα από ένα διάσελο, μια έκταση με αρκετά δέντρα και μια υπέροχη θέα προς τη θάλασσα.

Λίγο πιο πέρα έστεκε ένα χάλασμα.

Μου κόπηκε η ανάσα απ’ την ομορφιά του τόπου.

***
Λίγο πιο πέρα έστεκε ένα χάλασμα
(Επεξεργασμένη φωτογραφία από το ρημαγμένο ντάμι
του φίλου Παναγιώτη Μαυριανού)

Ήταν ένα θαύμα, πως βρήκα το δρόμο μετά από τόσα χρόνια. Με τα μάτια της καρδιάς, υποθέτω,  γιατί προχωρούσα κι έβλεπα το μονοπάτι όπως ήταν τότε, όταν ο πατέρας μου οδηγούσε το μουλάρι, κι εγώ θρονιασμένη, σαν πριγκιποπούλα, αγνάντευα απ’ την πλάτη του τον θαυμαστό κόσμο της εξοχής μας.
Κι ήταν τα ίδια βάτα, οι ίδιες αχλαπιδιές και τα πουρνάρια, τ’ αγκάθια και τα ξερόχορτα. Οι ίδιες πέτρες που με γνώριζαν θαρρείς καθώς περνούσα τώρα δίπλα τους.
Κι η ρίγανη την ίδια μυρωδιά είχε, και το θυμάρι, κι οι μυρτιές. Τα τζιτζίκια, ακόμα κι η κουρούνα που πέρασε κάποια στιγμή από πάνω μας, ίδια κι απαράλλαχτα…
Και τ’ αγέρι, που το νιώθαμε πάντα να μας καλωσορίζει μέσα στην κάψα του καλοκαιριού το ίδιο ήταν, ίδια η δροσιά και το άρωμά του ίδιο.
Και το τοπίο ανέγγιχτο απ’ το χρόνο απόμεινε κι αυτό απαράλλαχτο. Με τα ισκιερά του δέντρα και την πλαγιά να κατηφορίζει μαλακά προς τη θάλασσα.
«Να, βλέπω το καράβι που βγαίνει απ’ τα στενά και προλαβαίνω να προϋπαντήσω την κόρη μου στο λιμάνι», έλεγε ο πατέρας μου.
Στέκομαι εδώ τώρα και βλέπω κάτω το ντάμι μας.
Μόνο αυτό έχει αλλάξει.
Βλέπω τη ρημαγμένη πόρτα, τα ξεχαρβαλωμένα παράθυρα, τη βουλιαγμένη σκεπή, τον μισογκρεμισμένο τρόχαλο.
Κοιτάζω και κάτι φουσκώνει μέσα μου, ένα κύμα πελώριο ανεβαίνει απ’ τα σωθικά μου και ξεσπά ξαφνικά. Κάτι σαν ουρλιαχτό βγαίνει απ’ το στόμα μου και ξεσπώ σ’ ένα κλάμα γοερό. Κάτι σαν μοιρολόι.
Δεν μπορώ να το σταματήσω.
Δεν θέλω να το σταματήσω!
Καταλαβαίνω πως οι άλλοι έχουν μείνει άναυδοι και με κοιτάνε.
Δεν με νοιάζει.
Κατεβαίνω τρέχοντας, τα δάκρυα έχουν θολώσει τα μάτια μου, αλλά τα πόδια ξέρουν το δρόμο και πετούν πάνω από ρίζες και κοτρόνες και με φτάνουν εκεί, στο ταπεινό σπιτάκι, το ντάμι μας.
Και στο πεζούλι, εκεί κάτω απ’ το μεγάλο δέντρο, πέφτω και συνεχίζω το θρήνο μου.
Θρηνώ για τα πλεκτά κουρτινάκια που στόλιζαν τα παραθύρια του, για το σανιδένιο πάτωμα που έστρωσε ο πατέρας για να μην πατάμε στο χώμα, για τη μυρωδιά απ’ το ρυζόγαλο που έφτιαχνε η μάνα, για τα λουλούδια που τά’βαζε σε κομμένα μπουκάλια για να στολίσει τις θυρίδες δίπλα στο φούρνο.
Κλαίω για το φρέσκο τυρί που έβγαινε απ’ την τζαντίλα, για το άρωμα απ’ το πεπόνι που έκοβε ο πατέρας απ το μποστάνι, για το τραπεζομάντιλο που στρωνόταν στο τραπέζι. Για τη γκαζόλαμπα που ανάβαμε το βράδυ και τα τριζόνια που μας νανούριζαν.
Θρηνολογώ για τους ανθρώπους που πέρασαν απ’ το ντάμι μας και ξαπόστασαν στο πεζούλι του, ήπιαν το δροσερό νερό απ’ τη στάμνα μας,  κι έφαγαν στο τραπέζι μας. Για τα δέντρα που τους πρόσφεραν τον ίσκιο τους, για τον αέρα που χάιδεψε τα μάγουλα τους, για τη θάλασσα που χόρτασε τα μάτια τους.
Μοιρολογώ τους γονείς μου που έφυγαν απ’ τη ζωή σε μια πολύβουη κι ανταριασμένη πολιτεία, μακριά απ’ τον μικρό τους παράδεισο.
Κλαίω και για το ξένοιαστο κορίτσι που δεν θα ξαναγίνω ποτέ, για όλα αυτά που έφυγαν και χάθηκαν και ρήμαξαν, σαν το ντάμι μας.

***

Δεν μπορώ να ηρεμήσω.
Δεν μπορώ να ξεχάσω το κλάμα της.
Αυτό το αναφιλητό, και το κόμπιασμα, όταν κοβόταν η ανάσα της κι έλεγες τώρα θα μείνει και θα σωριαστεί ξέπνοη χάμω.  Κι όμως, έβρισκε το δρόμο το κλάμα και ξανάβγαινε σαν ολολυγμός σκυλιού που θρηνεί το χαμό του αφέντη του.
Ακόμη και τώρα στη νυχτερινή ησυχία, στο γαλήνιο κοιμισμένο χωριό, κάτω απ’ τον όμορφο έναστρο ουρανό, το ακούω. Και νομίζω πως από δω και πέρα αυτός ο γόος θα στοιχειώνει για πάντα τις νύχτες μου.

Έλεγες πως θα ήταν μια όμορφη μέρα, σήμερα. Αν κι έκανε ζέστη κι ιδρώσαμε μέχρι να φτάσουμε, ο τόπος μας αποζημίωσε. Είχε μια δροσιά και μια γαλήνη, σαν μαγεμένος ήταν. Κι η θέα υπέροχη. Έβλεπες όλη εκείνη τη θάλασσα που ζώνει το νησί.
Και τότε εκείνη έβαλε τα κλάματα. Έπεσε πάνω στο πεζούλι του ερειπωμένου νταμιού και θρηνούσε.
Όλοι ξαφνιαστήκαμε. Κι ο άντρας της, άφησε χάμω τις τσάντες που κουβαλούσε μα δεν τολμούσε να πάει δίπλα της, να την παρηγορήσει. Κι οι άλλοι, το ζευγάρι, αμήχανοι κοιταζόντουσαν…
Κι εγώ;
Σαν αστραπή πέρασε απ’ το μυαλό μου η μέρα που μου ήρθε ο διορισμός για το νησί αυτό. Η χαρά που έκανα σαν έμαθα πως ήταν ένας όμορφος κι ήσυχος τόπος. Πως θα έβρισκα εύκολα σπίτι γιατί οι ντόπιοι έφευγαν και τα νοίκιαζαν ή τα πουλούσαν κοψοχρονιά.
Και τα γράμματα που έγραψα στους φίλους μου με τις φωτογραφίες για να θαυμάσουν την εκπληκτική θέα της βεράντας μου και τις άλλες ομορφιές, μόλις έφτασα στο νησί.
Η απόλαυση να ζεις σ’ έναν ήσυχο και παραδεισένιο τόπο.
Ντράπηκα για τις σκέψεις μου αυτές, ένοιωσα ένοχος, λες και μπορούσαν οι φίλοι μου να τις διαβάσουν, κι έσκυψα το κεφάλι. Και καθώς εκείνη συνέχιζε να ολοφύρεται, ένοιωσα υπαίτιος για τον θρήνο της. Δειλά δειλά έκανα μερικά βήματα προς το μέρος της. Με συστολή, άπλωσα το χέρι μου κι άγγιξα τα μαλλιά της.
«Συγνώμη», της είπα και μετά, διστακτικά, την αγκάλιασα. Κι άρχισα κι εγώ να θρηνώ μαζί της. Και ναι, αισθάνθηκα ευγνωμοσύνη γιατί εκείνη επέτρεψε τα δικά μου δάκρυα, τα τούρκικα, ν’ αναμειχθούν με τα δικά της ρωμαίικα δάκρυα.
«Συγνώμη, συγνώμη», έλεγα και ξανάλεγα ανάμεσα στους λυγμούς μου, «δεν έπρεπε να σας το κάνουμε αυτό». Και βρέθηκε εκείνη, στο τέλος, να παρηγορεί εμένα.

Όταν ηρεμήσαμε μας έδειξε τα κατατόπια. «Εδώ πήζαμε το τυρί, εδώ ζυμώναμε, εδώ ήταν το περιβολάκι, εκεί έβοσκαν τα πρόβατα. Μόνο καφέ, ζάχαρη και ρακί αγόραζε ο πατέρας απ’ το χωριό. Όλα τ’ άλλα τα είχαμε εδώ». Κι όταν διψάσαμε μας πήγε σε μια μυστική βρύση – πώς τη θυμότανε – αδύνατον να τη βρει κάποιος διαβάτης αν δεν πήγαινε γνωρίζοντας. Και το νερό ήταν κρύσταλλο και πλύναμε τα πρόσωπά μας και δροσιστήκαμε. Κι ο Σταύρος τράβηξε φωτογραφίες κι ανοίξαμε τις τσάντες και φάγαμε κι ήπιαμε καφέ απ’ τα θερμός κι ο Σταύρος έβγαλε κι άλλες φωτογραφίες και τραγουδήσαμε. Ξέρω κι εγώ λίγα ελληνικά τραγούδια.

Και τώρα κατάκοπος πίνω το ρακί μου στο χαγιάτι ενός σπιτιού που ανήκε σε κάποιον που έφυγε. Αναλογίζομαι πόσο ξένοιαστα περνούσα μέχρι τώρα σ’ αυτό το νησί, και πόσο όμορφη παρέα έκανα κάθε Αύγουστο που έρχονταν οι Ρωμιοί, και πόσους φίλους έκανα. Και δεν μου είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό ν’ αναρωτηθώ, ποιες μνήμες ζωντανεύουν μέσα τους και ποιοι καημοί αναμοχλεύονται και πώς αισθάνονται που έρχονται σαν ξένοι στον τόπο που γεννήθηκαν, και βλέπουν εμένα να κάθομαι στο σπίτι τους. Πώς νιώθουν όταν φεύγουν σαν παρείσακτοι για να γυρίσουν στις τσιμεντένιες πόλεις τους κι αφήνουν εμένα να χαίρομαι τον όμορφο τόπο τους.
Δεν τα είχα σκεφτεί αυτά, μέχρι σήμερα που πήγαμε στο ντάμι κι άκουσα το κλάμα της. Κι όταν την άκουσα να μας περιγράφει πως ζούσανε εκεί τα καλοκαίρια.

Και τώρα ξέρω πως ποτέ ξανά το ρακί μου δεν θα έχει την ίδια γεύση, ποτέ το χαγιάτι μου δεν θα είναι τόσο γαλήνιο όσο πριν, βλέπω τ’ αστέρια και σαν να έχουν χάσει κάτι απ’ τη λάμψη τους κι η ησυχία που είχαν οι νύχτες μου θα ταράζεται απ’ τον απόηχο των ολολυγμών της.

Γιατί είδα τώρα τον τόπο αυτό με άλλα μάτια. Όλο το νησί ένα ρημαγμένο ντάμι είναι πια για μένα και ξέρω ότι εμείς το κάναμε αυτό. 

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Η δυστοπία είναι εδώ

H Κατερίνα Μαλακατέ έχει ένα σχέδιο. Το σχέδιο της είναι να μας ταράξει με το νέο της βιβλίο, Το Σχέδιο (Εκδόσεις Μελάνι), ένα μυθιστόρημα για μια δυστοπία.





Γιατί η δυστοπική λογοτεχνία είναι τόσο δημοφιλής (τα περισσότερα  βιβλία του είδους μεταφέρονται και στη μεγάλη οθόνη και σπάνε ταμεία); Ίσως επειδή μας κάνει να προβληματιστούμε εκ του ασφαλούς για θέματα τα οποία περιγράφονται μεν ρεαλιστικά, γνωρίζουμε όμως, ότι πρόκειται για φαντασία και πιστεύουμε ότι δεν πρόκειται ποτέ να συμβούν στην πραγματικότητα. Γι αυτό απολαύσαμε τον Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο,  το 1984, τη Χώρα των Εσχάτων Πραγμάτων και τόσα άλλα. 
Τι γίνεται όμως όταν ως δυστοπία παρουσιάζεται η χώρα σου και μάλιστα σ΄ ένα όχι μακρινό μέλλον, αλλά στο σήμερα;

Δεν σας κρύβω, ότι μετά από αρκετά πολυδιαφημισμένα μυθιστορήματα, τα οποία με απογοήτευσαν το περασμένο καλοκαίρι, αγόρασα το βιβλίο χωρίς μεγάλες προσδοκίες. Από τις πρώτες σελίδες όμως, άρχισα να εκπλήσσομαι ευχάριστα, έφτασα χωρίς διακοπή στη σελίδα 160 και συνέχισα την άλλη μέρα μέχρι το τέλος.
Συνέπεσε η ανάγνωσή του με μια συζήτηση που είχαμε με φίλους για το μέλλον της χώρας μας, όπου κάποιος είπε πως οι πολιτικοί μας με τα καμώματά τους  σπρώχνουν στην εξουσία μια συγκεκριμένη ιδεολογία. Κι όσο κι αν η ζοφερή δυστοπία που περιγράφει η συγγραφέας φαντάζει ως μια υπερβολή, αν σκεφτούμε ότι οι λογοτέχνες μέχρι τώρα αποδεικνύονται προφητικοί κι όπως λέει και η ίδια «τα βιβλία, παραδόξως, τα είχαν προβλέψει όλα»,  η Ελλάδα που περιγράφεται στο μυθιστόρημα, δεν μπορεί παρά να μας προβληματίσει:
Μετά το Όχι στο δημοψήφισμα του 2011 και το πραξικόπημα των Πέντε Ημερών μια ιδιότυπη δικτατορία αναλαμβάνει την εξουσία, με επικεφαλής τον Ένα.  Η Αθήνα γίνεται ζούγκλα, δεν υπάρχει ρεύμα, τρεχούμενο νερό και φαγητό… 
Δεν λέω περισσότερα απ’ όσα αναφέρονται στο οπισθόφυλλο για να μη σας το χαλάσω.  

Πέρα όμως από την πλοκή που είναι άκρως ενδιαφέρουσα, μου άρεσε και το παιχνίδι της Μαλακατέ, η οποία βάζει τον κεντρικό ήρωα, έναν συγγραφέα, να στοχάζεται πάνω στη διαδικασία της γραφής, την αγωνία του συγγραφέα μπροστά στο άδειο χαρτί, την έμπνευση, την ευκολία να ξεφύγεις από το επίπονο και να πέσεις  στο πιασιάρικο, για όλο αυτό που με δυο λόγια ονομάζουμε περιπέτεια της γραφής. Η λογοτεχνία και η δύναμή της άλλωστε, βρίσκονται στην καρδιά της υπόθεσης.

Τα δυστοπικά μυθιστορήματα διαβάζονται πολύ κι απ’ τους  έφηβους, ίσως επειδή οι ήρωες παρουσιάζονται εγκλωβισμένοι σε κάποιο αδιέξοδο, απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο να μάχονται για να ξεφύγουν. Έτσι πολλοί έφηβοι ταυτίζονται με τους ήρωες αυτούς, καθώς κι οι ίδιοι αισθάνονται έγκλειστοι στον κόσμο των μεγάλων, χωρίς να ακούγεται η φωνή τους. Έτσι, πολλές ιστορίες του είδους έχουν ήρωες έφηβους, όπως και αγέλες εφήβων.
Και στο βιβλίο της Μαλακατέ  υπάρχει μια έφηβη. Είναι η κόρη του συγγραφέα, η οποία είναι εκείνη που επιφορτίζεται για να φέρει εις πέρας το Σχέδιο, – ή ένα μέρος του - αν και κατά τη γνώμη μου  ο χαρακτήρας της δεν αναπτύσσεται επαρκώς.  Αυτό, βέβαια,  ίσως να γίνεται και σκόπιμα, ώστε η αποστασιοποίησή της να υπηρετεί την πλοκή. 
Από την άλλη πλευρά έχουμε την πατρική φιγούρα του μυθιστορήματος, αυτή του παππού της, η οποία αποτελεί τον άλλο πόλο σε σχέση με τον πραγματικό πατέρα  και είναι αρκετά πειστική.

Πρόκειται για ένα βιβλίο ευρηματικό, με  ανατροπές, το οποίο πέρα από την σχέση του με τα γεγονότα και την πολιτική μιλά και για την έννοια της πατρίδας, αλλά και για τις προσωπικές σχέσεις των γονιών με τα παιδιά τους, για τις σχέσεις του άντρα με τη γυναίκα, για τον υφέρποντα ερωτισμό και τον  πραγματικό έρωτα... Αξίζει να το διαβάσετε.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Μια δεύτερη ανάγνωση

Σήμερα στο μπλογκ γράφει η φιλόλογος Σοφία Πέτσα, η οποία είναι και καλή μου φίλη. Ξαναδιάβασε πρόσφατα την "αστυνομικίνα" κι έγραψε ένα κείμενο. Δεν είναι ακριβώς κριτική, αλλά επειδή μου άρεσε σκέφτηκα, με την άδειά της βέβαια, να το μοιραστώ με τους αναγνώστες του μπλογκ.
Σοφία, σ' ευχαριστώ!


" Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΙΝΑ ΕΙΧΕ ΑΓΓΕΛΟ, Ρέα Σταθοπούλου, Εκδόσεις Ωκεανίδα

Οι σκέψεις που ακολουθούν, μου δημιουργήθηκαν λίγες ημέρες μετά από την ολοκλήρωση της ανάγνωσης του βιβλίου, αλλά έγιναν γράμμα δύο χρόνια μετά, όταν το ξαναδιάβασα!

Οπωσδήποτε υπάρχουν λογοτέχνες αφοσιωμένοι στο αστυνομικό μυθιστόρημα και εγκλωβισμένοι στην περιπετειώδη πλοκή. H Ρέα Σταθοπούλου δεν ανήκει σε αυτούς.                                                                                                 
                                                                                                                                                                          

Το εξώφυλλο και ο τίτλος του μυθιστορήματος «Η Αστυνομικίνα είχε Άγγελο» μπορεί να παραπέμπουν σε αστυνομικό ανάγνωσμα. Ωστόσο, ο αστυνομικός γρίφος είναι, κατά κάποιο τρόπο, κομπάρσος στο όλο σκηνικό. Ή, καλύτερα, στύλος, γύρω από τον οποίο τυλίγονται τα άλλα θέματα, μέχρι που, σχεδόν, τον σκεπάζουν. Κατά συνέπεια, η πορεία προς την εξιχνίαση του φόνου ούτε επισκιάζει ούτε εκτοπίζει τη σκιαγράφηση των ανθρώπινων τύπων και του κοινωνικού ιστού. Αντίθετα, την αναδεικνύει. Άλλωστε, η συγγραφέας, λόγω της “μαθητείας” της στη σχολική έδρα, ανιχνεύει με επιδεξιότητα, καθόλου επιτηδευμένα ή μελοδραματικά, το μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής και των ανθρώπινων σχέσεων, χωρίς να παρασύρεται σε περισπούδαστο, φτιασιδωμένο και πλαστό ύφος, αφ’ υψηλού διδακτικό. Παράλληλα, συνθέτει τον ιστό μιας πολυμορφικής κοινωνίας, η οποία διατηρεί την ικανότητα αυτοκάθαρσης και αυτοΐασης, με επιβράβευση τη βιωσιμότητά της.

Στο μυθιστόρημα αυτό ο φόνος φαίνεται να ωχριά μπρος στα εγκλήματα που διαπράττουν καθημερινά οι ήρωες του έργου “σκοτώνοντας” ο ένας τον άλλον ή πυροβολώντας από μεμψιμοιρία και ηττοπάθεια τον ίδιο τους τον εαυτό. Παρεμπιπτόντως, με φαινομενικά ανώδυνο αλλά καίριο τρόπο, θίγονται τα κακώς κείμενα της διαρθρωτικής οργάνωσης του Ελληνικού Κράτους και η αδυναμία του να διακρίνει τα ουσιώδη, σε μια νευραλγική για την Αθήνα στιγμή, αυτή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, που κατέληξαν σε προδομένο όνειρο για τον Έλληνα. Με τον απόηχο της φωνής του Τύπου, το δημόσιο και το ιδιωτικό κινούνται σε ευθείες παράλληλες, συγκλίνοντας ή τεμνόμενα με κάθε ευκαιρία. Είναι σαφές ότι το μυθιστόρημα είναι μόνο εκ πρώτης όψεως πιο ανάλαφρο από προηγούμενα έργα της συγγραφέως.                                                                                                                                                                                             
Η ευαισθησία της περιγραφής εξηγείται, ίσως, από το γεγονός ότι η λογοτέχνις χειρίζεται και τον χρωστήρα εξίσου καλά με την πένα, και έχει αυξημένη την έμφυτη ή την εκπαιδευμένη παρατηρητικότητα. Δεινή δημιουργός και στην κουζίνα, συνθέτει ευφάνταστη και ελκυστική μυθιστορηματική πλοκή. Παράλληλα, η μουσική της καλλιέργεια της επιτρέπει να αφουγκράζεται τους ήχους και τον παλμό των ανθρώπινων συναισθημάτων.

Όπως οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος αφορούν την κοινωνία «προσωπικά», η προμετωπίδα από το έργο «Η Αγρύπνια», του Δ. Κ. Παπακωνσταντίνου, αφορά προσωπικά καθέναν από εμάς. Και τη Ρέα Σταθοπούλου, φυσικά, η οποία τα τελευταία χρόνια αγωνίζεται σκληρά στον δικό της στίβο, πλάι στον καρκινοπαθή σύντροφό της. Το ζήτημα είναι ποιος θεωρείται καλός ηθοποιός ή καλός λογοτέχνης. Αυτός που υποδύεται ή περιγράφει την πραγματικότητά του;  Ή αυτός που σπάει το φράγμα της και λυτρώνεται από τον καθημερινό του ρόλο μπαίνοντας σε μια άλλη πραγματικότητα, αγγίζοντας, έτσι, περισσότερους συνανθρώπους του και λυτρώνοντας και αυτούς; Η Σταθοπούλου θα μπορούσε να εκφράσει τον εσωτερικό ή εξωτερικό της μικρόκοσμο, που, όπως όλων μας, είναι και ζοφερός, και να μείνει στο μικρό, το περιορισμένο και το απαισιόδοξο. Η ίδια, όμως, γαντζώνεται από το χιούμορ και τον ρεαλισμό (σύμπτωση το ομόηχο του ονόματός της!) και με αυτά πολεμά τη σκοτεινή σκέψη. Έτσι, η προμετωπίδα αντικατοπτρίζει τη φιλοσοφημένη αντιμετώπιση της ζωής, με την έννοια ότι τίποτε δε μας ξαφνιάζει, όλα είναι εν δυνάμει αναμενόμενα και, επιπλέον, μας προκαλούν να τα αντιμετωπίσουμε.     

Η Εύη Κουκλάκι, ως όργανο της τάξης, κρατώντας όπλο βρίσκει την άκρη στο νήμα του φόνου. Στην ιδιωτική της ζωή βγαίνει από τα αδιέξοδα έχοντας όπλο της το γέλιο, αλλά και τον χορό μπροστά στον καθρέφτη. Ο Ζαχαρίας, ο άστεγος καρκινοπαθής, ως εξιλαστήριο θύμα, πληρώνει άλλων αμαρτίες. Πυροβολεί συμβολικά τον εγωκεντρισμό του ως χρόνιου, καταδικασμένου ασθενή και τον μετουσιώνει σε ενσυνείδητο αλτρουισμό. Επωμίζεται, για να τα ενταφιάσει μαζί του, και τη δική μας εγωπάθεια και τα σφάλματά μας και τα εγκλήματα που διαπράττουμε εις βάρος της Φύσης ως άνθρωποι-δράστες. Από την άποψη αυτή, τα όρια ανάμεσα στο μυθιστόρημα αυτό και την ίδια τη ζωή είναι ελαστικά ή και ανύπαρκτα.

Αναμφίβολα, εκείνη που εντοπίζει τους πραγματικούς φονιάδες της καθημερινής πράξης, είναι η ίδια η Ρέα Σταθοπούλου. Μόνο που, με μαεστρία, περνάει το όπλο στον αναγνώστη της, για να τους πυροβολεί εκείνος σε κάθε ευκαιρία:
Get a gun and hold it tight! Στην ανάγκη, στρέψε το και προς τους κακούς δαίμονες που «κουβανείς μες στην ψυχή σου…», όπως λέει και ο Καβάφης!  Και πρώτα απ’ όλα, προς τον φόβο του θανάτου.

Ο Γιώργος Σταθόπουλος, σαν άλλος Ζαχαρίας, gets a gun and holds it tight!                           
Μέχρι το τέλος, όποτε και να έρθει αυτό.

Λένε πως η επιτυχία της αποστολής ενός λογοτεχνήματος μετριέται όχι ανάλογα με αυτό που θέλει να πει ο λογοτέχνης στον αναγνώστη, αλλά με αυτό που, εν τέλει, του είπε.                                           Ας με συγχωρήσει η συγγραφέας και καλή μου φίλη, αν αυτά, τα ανεκτίμητα, που μου είπε, ήταν περισσότερα, λιγότερα ή διαφορετικά από εκείνα που ήθελε να μου πει...   
                                                                                                                               2013
                                                                                       
Γράφει ο Εμπειρίκος:
 «……(οἱ Ἕλληνες)….
πρῶτοι θαρρῶ αὐτοί στόν κόσμον ἐδῶ κάτω
ἔκαναν οἶστρο τῆς ζωῆς τόν φόβο τοῦ θανάτου.»

Ο Γιώργος Σταθόπουλος έκανε οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου, πριν να φύγει από κοντά μας σαν σήμερα, εδώ και δύο ακριβώς χρόνια.
«Μηδένα προ του τέλους μακάριζε», έλεγε ο αρχαίος σοφός.
Ο Γιώργος, ο δικός μας άγγελος, εξακολουθεί να είναι μέσα μας, μακάριος και μετά το τέλος...

                                                                                                             3 Φεβρουαρίου 2016               
                                                                                                                          Σ.Π. "


Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Αυτοκτονία ή Υποταγή;

Έτυχε, αυτές τις μέρες, να διαβάσω δύο βιβλία στο καθένα από τα οποία  ήρωας είναι ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος. 


Το πρώτο (με τη σειρά που τα διάβασα), η Υποταγή (Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, 2015), του Μισέλ Ουελμπέκ, διαδραματίζεται στη Γαλλία και χρονικά τοποθετείται μερικά χρόνια μπροστά από την εποχή μας – το 2022. 
Στο δεύτερο, το Βερονάλ (Μεταίχμιο, 2015), του Τάκη Θεοδωρόπουλου,  τόπος είναι η Ελλάδα και χρόνος οι πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα και κυρίως η δεκαετία του 30. Στην Υποταγή , ο ήρωας, ο Φρανσουά, είναι φανταστικό πρόσωπο και διδάσκει λογοτεχνία ως ειδικός στον συγγραφέα Ουισμάνς, ενώ το Βερονάλ  μας μιλά για ένα υπαρκτό πρόσωπο, τον Ιωάννη Συκουτρή (1901  -1937), φιλόλογο και υφηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ιωάννης Συκουτρής
Ιωάννης Συκουτρής (1901  -1937)
Πέρα από το επάγγελμα,  υπάρχουν και κάποια άλλα κοινά στοιχεία στους δύο ήρωες:
Είναι η μοναξιά οι περιστασιακές σεξουαλικές σχέσεις με τις φοιτήτριες, αλλά και με πόρνες, του Φρανσουά, οι πλατωνικές, πνευματικές και με λανθάνοντα «ανομολόγητο ερωτισμό» σχέσεις με τις μαθήτριες, τις «αγαπημένες»,  του Συκουτρή. Είναι ο φόβος του ανδρισμού που χάνεται στον Γάλλο, είναι η αίσθηση του ανεκπλήρωτου στον Έλληνα. Πάνω απ’ όλα είναι ο «έρως θανάτου» για τον αυτόχειρα Συκουτρή, καθώς και η κατάθλιψη που κυριεύει τον Φρανσουά  και τον κάνει να νοιώθει πως «οδεύει προς την αυτοκτονία».

 Στη Γαλλία της  Υποταγής η Μαρί Λεπέν και  το κόμμα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας είναι οι διεκδικητές της εξουσίας κι όταν το Σοσιαλιστικό Κόμμα συμμαχεί με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, το Ισλάμ αλλάζει τα πάντα στη χώρα. Τα πάντα, είναι ίσως μεγάλη κουβέντα, εκείνο που ενδιαφέρει κυρίως τον ηγέτη της Αδελφότητας είναι η παιδεία. (Σας λέει κάτι αυτό;) Έτσι, στα Πανεπιστήμια γίνονται σαρωτικές αλλαγές, οι καθηγητές παύονται και όσοι επαναπροσλαμβάνονται – αποκλείονται οι γυναίκες -  πρέπει να ασπασθούν το Ισλάμ.
Επειδή στηρίζεται πάνω σ’ αυτή την ιδέα, το μυθιστόρημα του Ουελμπέκ θεωρήθηκε πολιτικό έως και προφητικό, καθώς η κυκλοφορία του συνέπεσε και με τις επιθέσεις κατά του Charlie Hebdo.
Πέρα πάντως από την πολιτική, η οποία φαίνεται να κυριαρχεί, στο βιβλίο διακρίνει κανείς κι άλλες ανησυχίες. 
Επειδή ο συγγραφέας με τον οποίο ασχολείται ο Φρανσουά, ο Ουισμάνς,  μου ήταν παντελώς άγνωστος -ενώ στο ελληνικό μυθιστόρημα το αντικείμενο του πρωταγωνιστή, οι κλασσικοί συγγραφείς,  μου είναι οικείο  - έκανα ένα γρήγορο διαδικτυακό ψάξιμο. Βρήκα λοιπόν, πως ο Ουισμάνς (Joris-Karl Huysmans) συνδέεται με το Κίνημα της Παρακμής (Decadent Movement) στη λογοτεχνία και η παρακμή, η αποσάθρωση, η φθορά είναι κάτι που απασχολεί τον Ουελμπέκ, αν θυμηθούμε και τον ήρωά του στο  Ο χάρτης και η επικράτεια.
Αποτέλεσμα εικόνας για joris karl huysmans
Joris-Karl Huysmans

Εδώ είναι η παρακμή της δυτικής κοινωνίας, του πολιτισμού μας,  που τον απασχολεί κι ο ήρωας του, ο οποίος παρακμάζει κι αυτός ανάμεσα σε περιστασιακούς έρωτες και έτοιμα γεύματα για φούρνο μικροκυμάτων, αναζητεί τη σωτηρία στη θρησκεία, στον καθολικισμό ή το Ισλάμ. Η θρησκεία είναι ένας άλλος άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η αφήγηση στην Υποταγή και βοηθά τον δαιμόνιο Ουελμπέκ να παίξει με τις καλά κρυμμένες φοβίες μας..

Αποτέλεσμα εικόνας για μισελ ουελμπεκ
 Μισέλ Ουελμπέκ

Για την παρακμή του ελληνικού Πανεπιστημίου παραπονιέται κι ο Συκουτρής, αλλά η λύση γι αυτόν είναι η αναβάθμιση της κλασσικής παιδείας, των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Υποστηρίζει με πάθος πως οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι έμειναν παγιδευμένοι στο γράμμα – στο συντακτικό και τη γραμματική – των κειμένων και δεν επεξεργάστηκαν δημιουργικά το πνεύμα του αρχαίου πολιτισμού. Κατηγορεί τους καθηγητές για έλλειψη κριτικού πνεύματος και «απαθή προσήλωση εις την ρουτίναν» ακριβώς όπως ο Φρανσουά απορεί με την απάθεια των Γάλλων διανοουμένων στις κοσμογονικές αλλαγές που συμβαίνουν στην πατρίδα τους και θυμίζοντας την ποίηση του  Ιωάννη Π.Γ. Ιωαννίδη  :

«…τα νύχια των συνέδρων μεγαλώνουν με ορατές εναποθέσεις ασβεστίου΄
Άλλοι κοιτάνε τα παπούτσια τους στα πίσω καθίσματα
Ανίκανοι να αντιδράσουν
Ανίκανοι να μιλήσουν
Ανίκανοι έστω να παραδεχτούν ότι δεν μπορούν να μιλήσουν
Τα ίδια καθίσματα όπως πριν τριάντα χρόνια
Τα ίδια καθίσματα όπως θα είναι μετά από τριάντα χρόνια…»
Τοκάτα για την κόρη με το καμένο πρόσωπο, ΚΕΔΡΟΣ, 2012)

μας οδηγεί στην πικρή διαπίστωση πως είτε στη Γαλλία είτε στην Ελλάδα, είτε στο παρόν, στο παρελθόν ή στο μέλλον οι διδάσκοντες στα Πανεπιστήμια περί άλλα τυρβάζουν και δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο ρόλο τους.
Φυσικά, απαξιώνοντας το πανεπιστημιακό κατεστημένο, ο Συκουτρής αποκτά πολλούς ισχυρούς εχθρούς, οι οποίοι τον περιμένουν στη γωνία, και μόλις τον βρίσκουν ευάλωτο πέφτουν πάνω του. Έτσι ο οραματιστής οδηγείται στην αυτοχειρία χωρίς καν να του δοθεί η ευκαιρία να επιλέξει μια νέα, δεύτερη ζωή, όπως αυτή που προσφέρεται στον Γάλλο.
Δύο βιβλία που αξίζει να διαβαστούν, το καθένα για διαφορετικούς λόγους.

Αποτέλεσμα εικόνας για τάκης θεοδωρόπουλος
Τάκης Θεοδωρόπουλος

Ένας λόγος παραπάνω για το Βερονάλ, είναι τα ωραία, άψογα Ελληνικά του Τάκη Θεοδωρόπουλου. Κάθε λέξη  ζυγιασμένη με ακρίβεια,  τοποθετημένη εκεί που πρέπει, τίποτα δεν περισσεύει, τίποτα δεν λείπει. Τίποτα δεν καταστρέφει την απόλαυση που μας προσφέρει ο χειρισμός της γλώσσας από τον συγγραφέα. Στον τομέα αυτό η Υποταγή θα έλεγα ότι χωλαίνει.  


Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Για την Ολυμπία

Σήμερα γράφω για την Ολυμπία.

Για ένα νέο, πανέμορφο κορίτσι, γεμάτο ζωή. Για μια κοπέλα που της αρέσει η ζαχαροπλαστική, γιατί από απλά πράγματα, λέει,  όπως το  αλεύρι, η ζάχαρη, τα αυγά,  δημιουργείς κάτι, όπως μια ωραία τούρτα. 
Για μια νέα γυναίκα που ονειρευόταν να γίνει κομμώτρια ή οδηγός νταλίκας (!), αλλά γίνεται μοδίστρα, που ερωτεύεται, παντρεύεται  τον καλό της και  περιμένει με λαχτάρα να γεννηθεί το παιδί τους.
Για την Ολυμπία, την οποία, ενώ είναι ήδη τριών μηνών έγκυος, γεμάτη ζωή,  τη βρίσκει ο καρκίνος, κι αντιμετωπίζει τον θάνατο, τον δικό της και του παιδιού της.

Η Ολυμπία, όπως εμφανίζεται  στην ταινία, χωρίς περούκα



Σήμερα γράφω για την «Ολυμπία».

Την ταινία του Σταύρου Ψυλλάκη, η οποία κέρδισε το Βραβείο Κοινού  στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, στη Θεσσαλονίκη, και την είδαμε πρόσφατα στις «ΝύχτεςΠρεμιέρας».

Ο σκηνοθέτης Σταύρος Ψυλλάκης


Μόνον τέσσερις μέρες κράτησαν τα γυρίσματα της συγκλονιστικής αυτής ταινίας. Σ’ αυτό το τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, όμως, ο σκηνοθέτης  κατορθώνει πολλά:

Ξεδιπλώνει μπροστά τα μάτια μας την ξεχωριστή προσωπικότητα της Ολυμπίας, με τα όνειρα και τις ελπίδες της, με την αδάμαστη αποφασιστικότητά της, την αγάπη της για τη ζωή και τη δημιουργία, με τη γλυκύτητα και την πραότητά της. Με την ευτυχία της,  όταν κρατά στην αγκαλιά της το μωρό της.
   


Η Ολυμπία με τον Παναγιώτη της

Μας γνωρίζει την οικογένεια της Ολυμπίας, η οποία, σύσσωμη, περιστοιχίζει την κοπέλα και τον μικρό Παναγιώτη, τους περιβάλλει με αγάπη, στοργή, φροντίδα. Μας συγκλονίζει με τον κορυφαίο στο χορό αυτό, των μεγάλων και μικρών συγγενών, τον πατέρα της Ολυμπίας. Με μια μοναδική σκηνή, όπου ο πατέρας, αφού έχει διασκεδάσει την κόρη του με το κλαρίνο του, βγαίνει στο μπαλκόνι για να καπνίσει και να κλάψει,  ο Σταύρος Ψυλλάκης  κατορθώνει να μας μεταδώσει την ψυχική κατάσταση του ανθρώπου αυτού, με την οποία ταυτιζόμαστε όλοι, όσοι παίξαμε κάποτε θέατρο μπροστά στον άνθρωπό μας που υποφέρει, και ψάξαμε μετά μια κρυφή γωνιά, για να δώσουμε διέξοδο στα δάκρυα της απελπισίας μας.

Αναδεικνύει, ταυτόχρονα, τα διλήμματα και τα αδιέξοδα των γιατρών, καθώς και τις προσπάθειες τους να τα βγάλουν πέρα με την πολύ σπάνια αυτή περίπτωση, ενώ κατορθώνει ν’ αποτυπώσει και την ανημπόρια της επιστήμης σ’ εκείνο το ανεπαίσθητο τρεμούλιασμα στα χείλη του θεράποντος γιατρού.

Δεν θα πω περισσότερα γιατί δεν θέλω να αποκαλύψω το τέλος της ταινίας.
Ναι, αν και πρόκειται για ντοκιμαντέρ η ταινία αυτή έχει αρχή, μέση και τέλος, σαν μια οποιαδήποτε ταινία μυθοπλασίας, και την παρακολουθείς με αγωνία.


Κι αν κάποιοι αναρωτιούνται, γιατί μια κοπέλα, σ’ αυτή την κατάσταση, δέχτηκε να παίξει  σ’ αυτή την ταινία, την απάντηση ας την αναζητήσουμε στα λόγια της ίδιας:

«Θέλω κι άλλες κοπέλες να πάρουν θάρρος από μένα, να πουν, αφού μπόρεσε αυτή θα τα καταφέρω κι εγώ», λέει κι εννοεί το δικό της θαύμα. Το ότι κατάφερε, με ένα σώμα που σπαράσσεται από έναν επιθετικότατο καρκίνο και το κρατά στα νύχια του ο θάνατος, να δώσει ζωή σ’ ένα υγιές αγοράκι.

Έχει ένα μήνυμα για μας η Ολυμπία και θέλει να μας το πει, ακριβώς, όπως και στην προηγούμενη ταινία του Σταύρου Ψυλλάκη «Μεταξά, ακούγοντας το χρόνο», με θέμα τους καρκινοπαθείς γιατρούς, οι άνθρωποι που δέχθηκαν να εκτεθούν και να μιλήσουν, ήταν αυτοί που ήθελαν να πουν τη δική τους αλήθεια σε μας τους υπόλοιπους.


Ο  πατέρας και τα ανιψάκια της Ολυμπίας

Αν, μετά από όλα αυτά ,φαντάζεστε πως η ταινία θα σας ψυχοπλακώσει, σας πληροφορώ ότι πρόκειται για μια ταινία, στην οποία κυριαρχούν η ελπίδα, η χαρά και η πίστη σε κάτι καλύτερο, μια ταινία που σφύζει από ζωή, παρόλο που ο θάνατος φωλιάζει, κάπου εκεί, παραμονεύοντας.

Κι αυτό οφείλεται, βέβαια, στην ευαίσθητη ματιά του σκηνοθέτη, ο οποίος  κατορθώνει ταινίες σαν την «Ολυμπία» και σαν το «Μεταξά», ταινίες που μιλούν για το θάνατο, να τις μετατρέψει σε ύμνους για τη ζωή, να περάσει αισιόδοξα μηνύματα μέσα απ’ την απελπισία και να οδηγήσει τους θεατές έξω από την αίθουσα μ’ ένα, μικρό έστω, χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη τους.


Μια πρώτη γεύση από την «Ολυμπία», εδώ

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Κάτι άλλαξε



 Something Changed, Μιλένα Δημητροκάλλη (2015)


Το καλοκαίρι επισκέφτηκα την Tate Modern, στο Λονδίνο, και συγκεκριμένα την έκθεση «Ποίηση και όνειρο» (Poetry and Dream). Η πρώτη αίθουσα, η οποία «προλόγιζε», είχε στόχο, δηλαδή, να σε προετοιμάσει γι  αυτά που επρόκειτο να δεις, παρουσίαζε τα έργα δύο καλλιτεχνών: του Giorgio de Chirico (με έργο του 1913) και του Jannis Kounellis (με έργο του 1979). Ήθελαν έτσι να δείξουν την εξέλιξη της Τέχνης με δύο καλλιτέχνες, οι οποίοι είχαν μεν κοινές καταβολές (ο ντε Κίρικο έζησε στην Ελλάδα κι επηρεάστηκε πολύ από τον ελληνικό πολιτισμό), απείχαν, όμως, χρονικά ο ένας από τον άλλο.

Η αβεβαιότητα του ποιητή, Τζόρτζο ντε Κίρικο, 1913

Πέρα απ’ το ότι ένοιωσα μια κάποια ικανοποίηση, βλέποντας σαν εισαγωγή σε μια σπουδαία έκθεση (με έργα Νταλί, Πικάσσο, Έρνστ, Μιρό, Τζιακομέτι κλπ) δύο «ελληνικά» έργα, ο τρόπος με τον οποίο ο κάθε καλλιτέχνης έβλεπε τον κόσμο και τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιούσε, σ’ έβαζε σε σκέψεις για τους δρόμους, μέσα απ’ τους οποίους η Τέχνη εξελίσσεται κι αλλάζει.

Χωρίς τίτλο, Γιάννης Κουνέλλης, 1979



Όταν πριν από μερικές μέρες η Μιλένα Δημητροκάλλη  μου έστειλε τα νέα έργα της, σκέφτηκα πως η διεργασία αυτή που παρατηρούμε στο σύνολο της Τέχνης, συμβαίνει και μέσα από την εξέλιξη του κάθε καλλιτέχνη χωριστά.

Την πρώτη φορά που είδα τη δουλειά της, μου έκανε εντύπωση η ζωντάνια κι ο αυθορμητισμός της ζωγραφικής της, η ευφορία που ένοιωθα μπροστά στα έργα της. Γι αυτό και της είχα ζητήσει να κάνουμε μια συνέντευξη για το μπλογκ (εδώ). Από τότε η Μιλένα κρατά την επαφή και μου στέλνει τα νέα της (Μπορείτε να δείτε περισσότερα έργα της εδώ.)  

Επειδή, λοιπόν, είδα μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο που ζωγραφίζει, σκέφτηκα να κάνουμε μια δεύτερη συνέντευξη για να διερευνήσουμε τον τρόπο, με τον οποίο  συντελείται κάτι τέτοιο.

Simple Things, Μιλένα Δημητροκάλλη (2013)

  1. Μιλένα, «κάτι άλλαξε». Ξεκίνησες από τα «απλά πράγματα», όπου κυριαρχούσε το ένστικτο, θα έλεγα. Πέρασες στα γραμμικά, όπως το Esteemed Symmetry, σε μια προσπάθεια να βάλεις, ίσως, τα απλά αυτά πράγματα σε τάξη, να οριοθετήσεις καταστάσεις και τώρα βλέπω στα νέα σου έργα, ένα από τα οποία τιτλοφορείς Something Changed,  μια προσπάθεια συγκερασμού των δύο τάσεων με έναν –  επίτρεψε μου τον όρο -  «ελεγχόμενο αυθορμητισμό». Συμβαίνει, πράγματι, κάτι τέτοιο;


Esteemed Symmetry, Μιλένα Δημητροκάλλη (2015)
Τα απλά πράγματα στη ζωή, με τα οποία έχουν ασχοληθεί και για τα οποία έχουν γράψει αρχαίοι και νεότεροι φιλόσοφοι είναι αυτά που πάντα κυρίως με απασχολούσαν.  Έχοντας όμως διαβάσει αρκετά πάνω σε αυτό το θέμα, κάποιος, μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι η απλότητα δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί σαν τρόπος σκέψης και ζωής, αλλά σίγουρα αξίζει κάθε προσπάθεια προς αυτή τη κατεύθυνση.  Σε αυτή την κατεύθυνση, επιλέγω να κινούμαι κι εγώ.  Η ελευθερία, η αγάπη, η αρμονία, η αξιοπρέπεια, η ευγένεια, η καλοσύνη, η εσωτερική μου αλήθεια είναι κάποιες από τις επιλογές που χρόνια προσπαθώ να ακολουθώ και βοηθούν στο να χτίζω την απαραίτητη γνώση για το παρακάτω της ζωής που θα ήθελα να έχω.
 Η απλότητα αυτή, αρχικά λειτούργησε σε ενστικτώδη μορφή μέσα μου, εν συνεχεία έβαλε σε τάξη, σχεδόν με μαγικό τρόπο, τα πιο σύνθετα θέματα που με απασχολούσαν και τα δύο τελευταία χρόνια με οδήγησε σ’ ένα άλλο επίπεδο χαρίζοντάς μου γαλήνη, σοφία και χαρά.  Είναι μία πολύ όμορφη διαδικασία που σε κάνει να νοιώθεις ότι κάτι έχει αλλάξει μέσα σου και σίγουρα έπεται συνέχεια.

  1. Στη λογοτεχνία υπάρχει μια κατηγορία μυθιστορημάτων που λέγονται «ενηλικίωσης» (Bildungsroman) και στα οποία, μέσα από την πλοκή, διαμορφώνεται ο χαρακτήρας ενός ήρωα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η ενασχόληση σου με τη ζωγραφική είναι μια διαδικασία ενηλικίωσης;  
 Η ζωγραφική συντελεί σε ένα μεγάλο βαθμό στη διαδικασία αυτή της «ενηλικίωσης» με την έννοια του μέσου έκφρασης, αλλά πιστεύω ότι η αφετηρία βίσκεται στις εμπειρίες της ίδιας της ζωής.  Μέσα από την παρακολούθηση των όσων συμβαίνουν μέσα μας και την παρατήρηση των όσων συμβαίνουν στον κόσμο δίνεται η ευκαιρία, η ευλογία θα έλεγα, να αγγίξει κανείς μία γνώση που αυτόματα σε εξελίσσει σε καλύτερο άνθρωπο.  Εξερευνώντας τα βαθύτερα συναισθήματα και το νόημα της ζωής, τις αξίες, αποκτά κάποιος μία πιο υγιή αίσθηση του ποιος είναι, τι θέλει και πως μπορεί να συνεισφέρει στους άλλους.
  
  1. Μπορείς να προσδιορίσεις τι είναι εκείνο που σε οδηγεί στις αλλαγές αυτές;
 Νομίζω το ότι πάντα διάλεγα να ακούω την εσωτερική μου φωνή, την καρδιά μου και τη διαίσθησή μου και να έχω το θάρρος να τα ακολουθώ, αποδεχόμενη τα ρίσκα και τις συνέπειες τους.  Σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο.  Το εύκολο και το κοινωνικά αποδεκτό δεν με αφορούσαν ποτέ. 
  
  1. Σ’ αυτά τα δύο χρόνια υπήρξες αρκετά δραστήρια. Μπορείς να μας πεις τις σπουδαιότερες δράσεις, αυτές που θεωρείς σταθμούς στην πορεία σου;
 Τα τελευταία δύο χρόνια έχω συμμετάσχει σε δεκαοχτώ ομαδικές εκθέσεις ενώ έχω παρουσιάσει τη δουλειά μου σε δύο ατομικές.  Δεν θέλω να ξεχωρίσω κάποιες, γιατί η κάθε μία είχε τον χαρακτήρα της και η συμμετοχή μου σ’ αυτές μου έδωσε μεγάλη χαρά.  Αρκετές είχαν φιλανθρωπικό χαρακτήρα π.χ. για τα παιδικά χωριά ΣΟΣ και τους άστεγους, άλλες πραγματοποιήθηκαν σε μουσεία κι άλλες στο εξωτερικό
  
  1. Είσαι πολύ παραγωγική. Από πού πηγάζει αυτή η ζωντάνια;
 Θα ακουστεί ίσως τετριμμένο, αλλά η ζωντάνια πηγάζει από την ίδια την αγάπη για τη ζωή.  Αν δεν είμαστε παραγωγικοί όσο είμαστε σε θέση να δημιουργούμε πότε θα γίνουμε;  Σημασία έχει να μην αναλωνόμαστε μόνο στην ρουτίνα της καθημερινότητας η οποία πολύ βολικά μπορεί να γεμίσει τη μέρα μας, αλλά να βγαίνουμε έξω απ’ αυτή και να ψάχνουμε τι υπάρχει πιο πέρα για εμάς και να το ζούμε.   
   
Μιλένα Δημητροκάλλη

  1. Ποια θέση δίνεις στην Τέχνη μέσα στη ζωή σου;
 Μία πολύ μεγάλη θέση, όπως πιστεύω ότι της αξίζει.  Όπως στη φιλία και στην οικογένεια.  Όπως σε οτιδήποτε άλλο έχει νόημα για μένα.  Όλα, «τρέχουν» σε ισοδύναμες παράλληλες τροχιές και είμαι ευγνώμων που υπάρχουν στη ζωή μου.

  1. Ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια;
 Αυτή την περίοδο, 1-18 Οκτωβρίου, παρουσιάζω τη νέα μου δουλειά στη γκαλερί Melkart στο Παρίσι.  Είναι η τρίτη ατομική μου έκθεση στη ζωγραφική και είμαι πολύ χαρούμενη για τη συνεργασία αυτή.  Παράλληλα, για το επόμενο έτος, έχει δρομολογηθεί η συμμετοχή μου σε ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.



Εύχομαι στη Μιλένα καλή επιτυχία στο Παρίσι. Η συνομιλία μας, όμως,  οδηγεί στη διαπίστωση, όπως άλλωστε το υποψιαζόμαστε,  ότι τα πράγματα δεν είναι και τόσο «απλά»…
Η Τέχνη εξελίσσεται μέσα από πολύπλοκα μονοπάτια, τα οποία περνούν απ’ την καρδιά κάθε δημιουργού, διακλαδώνονται ανάλογα με τις εμπειρίες, αλλά και τις ευαισθησίες του, και καταλήγουν σε πολλές μικρές έλικες, σαν της κληματαριάς, με τις οποίες αγκιστρώνεται στο χώρο και στο χρόνο και προχωρά. Σημαντικό στη διαδικασία αυτή είναι οι κεραίες του δημιουργού, οι οποίες πιάνουν τις μεταβολές που συμβαίνουν γύρω του και τις μετασχηματίζουν σε έργα, ενώ ταυτόχρονα συντελείται και μια αλλαγή εντός του.
Το ζητούμενο είναι ο μετασχηματισμός αυτός να χαρίσει στον καλλιτέχνη «γαλήνη σοφία και χαρά», όπως μας λέει κι η Μιλένα, και να τον βοηθήσει να αντλήσει δύναμη από τους εσωτερικούς του πόρους.

Πώς νοιώθουμε, όμως, εμείς, οι αποδέκτες, απέναντι σ’ αυτή την εξέλιξη της Τέχνης; 
Αν μια νέα γυναίκα  μας λέει ότι η ζωντάνια κι η παραγωγικότητά της πηγάζει απ’ την αγάπη της για ζωή, ας δούμε τι μας λέει ένας μεγάλος  Έλληνας στοχαστής, ο Ευάγγελος Παπανούτσος, στην «Αισθητική» (Ίκαρος, 1948, σ. 82):
«Πραγματικά, τίποτα δεν ενδιαφέρει, δεν συγκινεί  περισσότερο έναν ζωντανό άνθρωπο από την ίδια τη ζωή. Και η ζωή παρουσιάζεται σε άπειρες μορφές, βρίσκεται σε αδιάκοπη κίνηση. Το νέο, το αλλιώτικο, το άγνωστο παίρνει κάθε στιγμή τη θέση του παλιού, του συνηθισμένου, του γνώριμου. Αυτή η μεταβολή ζεσταίνει το είναι μας, δεν το αφήνει να παγώσει στην ακινησία που είναι ένα άλλο  όνομα του θανάτου. Η Τέχνη μας δείχνει τη ζωή στην απεριόριστη έκταση και  έντασή της, στην απεραντοσύνη της μέσα στο χώρο και στο χρόνο

Ας αφήσουμε, λοιπόν,  τη φαντασία μας ελεύθερη κι ας προσπαθήσουμε ν’ ακολουθήσουμε τον κάθε δημιουργό μέσα από τα δικά του μονοπάτια - τα οποία χαράζει με νέες προσεγγίσεις,  φρέσκες ιδέες και πρωτότυπα εκφραστικά μέσα - στις μοναδικές συγκινήσεις  που μας προσφέρει η Τέχνη, σε κάθε εποχή, απλώνοντας μπροστά στα μάτια μας την ίδια τη ζωή, «στην απεραντοσύνη της μέσα στο χώρο και στο χρόνο».